Μτφρ. Δ. Λυπουρλής. 2002. Αριστοτέλης. Ηθικά Νικομάχεια. Βιβλίο Β'. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος.
Δύο είναι, όπως είδαμε, τα είδη της αρετής, η διανοητική και η ηθική.
(15) Η διανοητική αρετή χρωστάει και τη γένεση και την αύξησή της κατά
κύριο λόγο στη διδασκαλία (γιαυτό και εκείνο που χρειάζεται γι' αυτήν
είναι η πείρα και ο χρόνος), ενώ η ηθική αρετή είναι αποτέλεσμα του έθους (και το ίδιο της το όνομα, άλλωστε, μικρή μόνο διαφορά παρουσιάζει από τη λέξη έθος).
Αυτό ακριβώς κάνει φανερό ότι καμιά ηθική αρετή δεν υπάρχει μέσα μας εκ
φύσεως. (20) Πραγματικά, δεν υπάρχει πράγμα εφοδιασμένο από τη φύση με
κάποιες ιδιότητες, που να μπορείς να το συνηθίσεις να αποκτήσει άλλες
ιδιότητες. Παράδειγμα η πέτρα: καμωμένη από τη φύση να πηγαίνει προς τα
κάτω, δεν είναι δυνατό να συνηθίσει να πηγαίνει προς τα πάνω, έστω κι αν
χιλιάδες φορές προσπαθήσει κανείς να της το μάθει πετώντας την και
ξαναπετώντας την προς τα πάνω· ούτε η φωτιά μπορεί να συνηθίσει να
πηγαίνει προς τα κάτω· γενικά δεν υπάρχει πράγμα καμωμένο από τη φύση να
συμπεριφέρεται με έναν ορισμένο τρόπο, που να μπορεί να συνηθίσει να
συμπεριφέρεται με άλλον τρόπο. Συμπέρασμα: οι αρετές δεν υπάρχουν μέσα
μας εκ φύσεως ― ούτε όμως και είναι αντίθετη προς τη φύση μας η γένεσή
τους μέσα μας: (25) η φύση μάς έκανε επιδεκτικούς στις αρετές, τέλειοι
όμως σ' αυτές γινόμαστε με τη διαδικασία του έθους.
Επίσης: Για καθετί που το έχουμε από τη φύση, πρώτα έχουμε τη δυνατότητά του να ενεργήσει· στην ενέργεια την ίδια φτάνουμε ύστερα (το πράγμα γίνεται φανερό στις αισθήσεις μας· πραγματικά, τις αισθήσεις της όρασης ή της ακοής δεν τις αποκτήσαμε έχοντας δει ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, (30) αλλά αντίθετα: έχοντάς τες τις χρησιμοποιήσαμε· δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση)· τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη ― όπως ακριβώς γίνεται και στις άλλες τέχνες· τα πράγματα δηλαδή που πρέπει πρώτα να τα μάθουμε προτού αρχίσουμε να τα κάνουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα· π.χ. οικοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστές παίζοντας κιθάρα· [1103b] με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις.
Την επιβεβαίωση μας την προσφέρει και αυτό που γίνεται στις πολιτείες· πραγματικά, οι νομοθέτες κάνουν καλούς τους πολίτες τους ασκώντας τους να αποκτούν τις συγκεκριμένες συνήθειες ― αυτή είναι η θέληση του κάθε νομοθέτη, (5) και όσοι δεν τα καταφέρνουν σ' αυτό, δεν πετυχαίνουν στο έργο τους· σ' αυτό, άλλωστε, και διαφέρει τελικά το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό από το λιγότερο καλό.
Επίσης: Η γένεση κάθε αρετής και η φθορά της έχουν την ίδια αρχή και γίνονται με τα ίδια μέσα ― έτσι ακριβώς γίνεται και στις τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαριστές· (10) το ίδιο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι: χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο θα γίνουν κακοί· αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου, και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετές: κάνοντας αυτά που κάνουμε στην καθημερινή μας συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι· επίσης: (15) κάνοντας αυτά που κάνουμε στις επικίνδυνες και φοβερές περιστάσεις της ζωής και αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σχέση με τις επιθυμίες και την οργή: άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, (20) οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται έτσι στις περιστάσεις αυτές και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο. Με δυο λόγια: οι έξεις γεννιούνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Γι' αυτό και πρέπει να φροντίζουμε οι ενέργειές μας να έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αφού οι έξεις είναι τελικά αντίστοιχες προς τις διαφορές που οι ενέργειες αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δεν έχει λοιπόν μικρή σημασία να αποκτά κανείς όσο γίνεται πιο νέος αυτές ή εκείνες τις συνήθειες (25) ίσα ίσα έχει πολύ μεγάλη σημασία, ή μάλλον σημαίνει το παν.
Από την Πύλη για την Ελληνική γλώσσα
Να στοχαστείτε πάνω σ΄αυτόν τον πίνακα του Rene Magritte. Aν ήταν να τον χρησιμοποιήσετε για να εικονοποιήσετε κάποια φιλοσοφική θεωρία (της γνωσιολογίας ή της ηθικής), πού θα τον χρησιμοποιούσατε και γιατί;
Από τη σελίδα του Θεοδοσίου Πελεγρίνη
"Το ηθικό χρέος
Πριν από τον Καντ στόχος των εισηγητών των διαφόρων ηθικών θεωριών ήταν να μας υποδείξουν τι πρέπει να κάνομε, ώστε, κάνοντάς το, να μπορούμε να αξιολογηθούμε ως ηθικά ανεπίληπτοι. Έτσι, οι εισηγητές της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης λέγανε ότι, αν κάνει κανείς ό,τι ικανοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, κάνει εκείνο που πρέπει να κάνει, οι εισηγητές του ωφελιμισμού υποστήριζαν ότι, αν με τις πράξεις μας συμβάλλομε στην κοινωνική ευτυχία, βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο, οι πατέρες της εκκλησίας δίδασκαν ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ο άνθρωπος ότι κάνει το καλό, οφείλει να κάνει ό,τι είναι θέλημα Θεού, κ.λπ. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αίρεται η βασική προϋπόθεση για να μπορεί να αξιολογηθεί η ηθικά η συμπεριφορά του ανθρώπου, που είναι, βέβαια, η ελευθερία[23].
Η ελευθερία, κατά τον Καντ, ταυτίζεται προς την αυτονομία, η οποία αντιδιαστέλλεται προς την ετερονομία[24]. Ελεύθερος, δηλαδή, σύμφωνα με την έννοια της αυτονομίας, είμαι, όταν αποφασίζω μόνος μου τι πρέπει να κάνω και, στην συνέχεια, δεσμεύομαι να συμπεριφέρομαι σύμφωνα με ό,τι επέλεξα να κάνω. Αντίθετα, αν, όπως υπαγορεύει η έννοια της ετερονομίας, κάνω κάτι που δεν το αποφάσισα μόνος μου αλλά μου υποδείχθηκε ή μου συστήθηκε από κάποιαν άλλο, όσος σεβαστός κι αν είναι αυτός ο άλλος, δεν μπορώ να θεωρηθώ ελεύθερος. Όταν, λοιπόν, οι εισηγητές των ηθικών θεωριών πριν από τον Καντ μας λένε τι πρέπει να κάνομε κι εμείς ρυθμίζομε την συμπεριφορά μας σύμφωνα με ό,τι μας λένε να κάνομε, προφανώς δεν είμαστε ελεύθεροι, όπως απαιτείται να είμαστε, αν θέλομε να κριθούμε ηθικά για τις πράξεις μας.
Ο Καντ διέγνωσε ότι η «ρίζα του κακού» εν προκειμένω βρίσκεται στο ερώτημα που μας μαθαίνουν να θέτομε στον εαυτό μας, προκειμένου να κάνομε εκείνο που πρέπει να κάνομε. Τι πρέπει να κάνω; Αυτό είναι το ερώτημα που μας μαθαίνουν να θέτομε στον εαυτό μας. Κι έτσι, θέτοντας στον εαυτό μας το ερώτημα αυτό, βρίσκουν την ευκαιρία οι εισηγητές των διαφόρων θεωριών να μας υποδείξουν τι πρέπει να κάνομε αλλοτριώνοντάς μας, εν τω μεταξύ, από την ελευθερία να αποφασίζομε μόνοι μας για εκείνο που πρέπει να κάνομε.
Ο Καντ, λοιπόν, προκειμένου να διαφυλάξει το αγαθό της ελευθερίας, αντικατέστησε το ερώτημα «τι πρέπει να κάνω;», που αφήνει ανοικτή την πόρτα για να βγει έξω η ελευθερία και να την απολέσω, με το ερώτημα «πώς πρέπει να πράττω;». Μάλιστα ο Καντ, προκειμένου να αποκλείσει την παρέμβαση οποιουδήποτε άλλου καλοθελητή έξω από μας που θα επιχειρούσε να μας υποδείξει πώς πρέπει να πράττομε, θεωρεί ότι ο τρόπος που πρέπει να συμπεριφερόμεθα καθορίζεται αντικειμενικά, από την ίδια την φύση μας ως έλλογων πλασμάτων.
Ο καθένας μας, ορισμένως, μπορεί να σκεφτεί άπειρα πράγματα, μεταξύ των οποίων και τα πλέον εξωφρενικά –ότι μπορεί να υπάρξουν άνθρωποι με μια πιθαμή ύψος, ότι κάπου σε κάποια γωνιά της θάλασσας διαβιούν γοργόνες, ότι κάποτε τα λυθρίνια είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε θηλαστικά, ότι μπορεί στο μέλλον ο ήλιος να ανατέλλει κάθε 30 ώρες, κ.λπ., κ.λπ. Ένα πράγμα μόνο δεν μπορεί να ανεχθεί ο νους μας: την αντίφαση. Είναι αδύνατον να υπάρξει ποτέ και πουθενά. ένα άσπρο τριαντάφυλλο που δεν είναι άσπρο ή ένα τρίγωνο που δεν έχει τρεις γωνίες, επειδή, προφανώς, πρόκειται για αντιφάσεις.
Επομένως, η συμπεριφορά μου πρέπει να είναι τέτοια που να μην είναι αντιφατική. Να μην λέω, ας πούμε, ότι πρέπει να τηρούμε τις υποσχέσεις μας κι εγώ, όταν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, πρέπει να τηρήσω την υπόσχεσή μου, να σκεφτώ ότι δεν πρέπει να την τηρήσω. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να είμαστε συνεπείς προς τις επιλογές μας.
Πέρα, όμως από την συμμόρφωσή μας προς την συνέπεια, υπάρχουν ορισμένοι άλλοι βασικοί άξονες τους οποίους ως έλλογα όντα οφείλομε να σεβόμαστε. Για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι αν το ανθρώπινο γένος μπόρεσε ως τώρα να επιβιώσει, επειδή ζει στους κόλπους της κοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν έχουν την ανθεκτικότητα που έχουν τα ζώα για να μπορέσουν να ζουν μόνος του ο καθένας στην φύση. Συνεπώς δεν είναι λογικό να επιλέγει κανείς αρχές που υπονομεύουν την κοινωνία και, κατ’ επέκταση, το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν μπορεί, ας πούμε, να υποστηρίζει ότι πρέπει να λέμε ψέματα, γιατί τότε, αν όλοι οι άνθρωποι εξαπατούσαν ο ένας τον άλλο, η κοινωνία μας θα διαλυόταν και το ανθρώπινο γένος θα εξαφανιζόταν. Οφείλει, δηλαδή, κάθε φορά που πρόκειται να αποφασίσει κανείς τι πρέπει να κάνει, να θέτει στον εαυτό του το ερώτημα: τι θα γινόταν αν όλοι οι άνθρωποι έκανα το ίδιο πράγμα; Θα πρέπει, με άλλα λόγια, κάθε φορά που πάει να κάνει κάτι να σκέφτεται αν αυτό που θέλει να κάνει θα μπορούσε να είναι ένας καθολικός νόμος, μια αρχή που θα έπρεπε να την υιοθετήσει κάθε έλλογο ον.
Αναφορικά, λοιπόν, προς το ερώτημα πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς, ώστε οι πράξεις του να είναι ηθικά ανεπίληπτες, ο Καντ λέει ότι είναι ελεύθερος να επιλέξει να κάνει οτιδήποτε θέλει, αρκεί να είναι συνεπής προς ό,τι αποφασίζει να κάνει, και αυτό που θα επιλέξει να κάνει να μην στρέφεται κατά της ανθρωπότητας. Οφείλει κανείς, ας πούμε, να μεταχειρίζεται τον άλλο σαν σκοπό και πότε μόνο σαν μέσο, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, μας προέτρεπε να μεταχειριζόμαστε τον άλλο μόνο σαν μέσο, πέρα από το γεγονός ότι ο ίδιος είναι αμφίβολο αν θα ήταν διατεθειμένος να είναι συνεπής προς την αρχή αυτή και να θέλει να τον χρησιμοποιούν αποκλειστικά σε κάθε περίπτωση σαν μέσο, μια τέτοια αρχή, όπου ό ένας θα μεταχειρίζεται τον άλλο μόνο σαν μέσο, θα υπονόμευε την κοινωνία και θα οδηγούσε στην εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους. «Πράττε», λοιπόν, λέει ο Καντ «μόνο βάσει μιας τέτοιας αρχής που να μπορείς ταυτόχρονα να θέλεις η αρχή αυτή να γίνει ένας καθολικός νόμος», ένας κανόνας που να ισχύει για ολόκληρη την ανθρωπότητα.[25] Αυτή είναι η γνωστή κατηγορική προσταγή του Καντ, ο ηθικός νόμος[26], όπως αποκαλείται αλλιώς, που, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους της ηθικής συμπεριφοράς από το τι πρέπει να κάνομε στο πώς πρέπει να πράττομε, καθιστά τον εαυτό μας απόλυτο ρυθμιστή της ηθικής μοίρας μας –να αποφασίζομε μόνοι μας ως μέλη μιας κοινότητας έλλογων όντων πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε, και να μην εξαρτώμεθα από το τι μας ορίζει κάποιος άλλος, ακόμη κι αν αυτός ο άλλος είναι ο ίδιος ο Θεός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Καντ ήταν εναντίον της θρησκείας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο Καντ πίστευε στον Θεό και την αθανασία της ψυχής –μόνο που πίστευε με τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο που υποδείκνυαν οι διάφορες αποδείξεις που είχαν ως τότε διατυπωθεί σχετικώς."
Επίσης: Για καθετί που το έχουμε από τη φύση, πρώτα έχουμε τη δυνατότητά του να ενεργήσει· στην ενέργεια την ίδια φτάνουμε ύστερα (το πράγμα γίνεται φανερό στις αισθήσεις μας· πραγματικά, τις αισθήσεις της όρασης ή της ακοής δεν τις αποκτήσαμε έχοντας δει ή έχοντας ακούσει πολλές φορές, (30) αλλά αντίθετα: έχοντάς τες τις χρησιμοποιήσαμε· δεν τις αποκτήσαμε με τη χρήση)· τις αρετές όμως τις αποκτούμε αφού πρώτα τις εφαρμόσουμε στην πράξη ― όπως ακριβώς γίνεται και στις άλλες τέχνες· τα πράγματα δηλαδή που πρέπει πρώτα να τα μάθουμε προτού αρχίσουμε να τα κάνουμε, τα μαθαίνουμε κάνοντάς τα· π.χ. οικοδόμοι γίνονται χτίζοντας σπίτια, κιθαριστές παίζοντας κιθάρα· [1103b] με τον ίδιο τρόπο γινόμαστε: δίκαιοι κάνοντας δίκαιες πράξεις, σώφρονες κάνοντας σώφρονες πράξεις, ανδρείοι κάνοντας ανδρείες πράξεις.
Την επιβεβαίωση μας την προσφέρει και αυτό που γίνεται στις πολιτείες· πραγματικά, οι νομοθέτες κάνουν καλούς τους πολίτες τους ασκώντας τους να αποκτούν τις συγκεκριμένες συνήθειες ― αυτή είναι η θέληση του κάθε νομοθέτη, (5) και όσοι δεν τα καταφέρνουν σ' αυτό, δεν πετυχαίνουν στο έργο τους· σ' αυτό, άλλωστε, και διαφέρει τελικά το ένα πολίτευμα από το άλλο, το καλό από το λιγότερο καλό.
Επίσης: Η γένεση κάθε αρετής και η φθορά της έχουν την ίδια αρχή και γίνονται με τα ίδια μέσα ― έτσι ακριβώς γίνεται και στις τέχνες: παίζοντας κιθάρα γίνονται και οι καλοί και οι κακοί κιθαριστές· (10) το ίδιο και οι οικοδόμοι και όλοι οι άλλοι: χτίζοντας με καλό τρόπο σπίτια θα γίνουν καλοί οικοδόμοι, χτίζοντάς τα όμως με κακό τρόπο θα γίνουν κακοί· αν δεν ήταν έτσι, δεν θα υπήρχε ανάγκη δασκάλου, και όλοι θα ήταν καλοί ή κακοί εκ γενετής. Το ίδιο συμβαίνει και με τις αρετές: κάνοντας αυτά που κάνουμε στην καθημερινή μας συνάφεια με τους άλλους ανθρώπους άλλοι γινόμαστε δίκαιοι και άλλοι άδικοι· επίσης: (15) κάνοντας αυτά που κάνουμε στις επικίνδυνες και φοβερές περιστάσεις της ζωής και αποκτώντας σιγά σιγά τη συνήθεια να αισθανόμαστε φόβο ή θάρρος, άλλοι γινόμαστε ανδρείοι και άλλοι δειλοί. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και σε σχέση με τις επιθυμίες και την οργή: άλλοι γίνονται σώφρονες και πράοι και άλλοι ακόλαστοι και οργίλοι, (20) οι πρώτοι με το να συμπεριφέρονται έτσι στις περιστάσεις αυτές και οι άλλοι με τον αντίθετο τρόπο. Με δυο λόγια: οι έξεις γεννιούνται από την επανάληψη όμοιων ενεργειών. Γι' αυτό και πρέπει να φροντίζουμε οι ενέργειές μας να έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, αφού οι έξεις είναι τελικά αντίστοιχες προς τις διαφορές που οι ενέργειες αυτές παρουσιάζουν μεταξύ τους. Δεν έχει λοιπόν μικρή σημασία να αποκτά κανείς όσο γίνεται πιο νέος αυτές ή εκείνες τις συνήθειες (25) ίσα ίσα έχει πολύ μεγάλη σημασία, ή μάλλον σημαίνει το παν.
Από την Πύλη για την Ελληνική γλώσσα
Να στοχαστείτε πάνω σ΄αυτόν τον πίνακα του Rene Magritte. Aν ήταν να τον χρησιμοποιήσετε για να εικονοποιήσετε κάποια φιλοσοφική θεωρία (της γνωσιολογίας ή της ηθικής), πού θα τον χρησιμοποιούσατε και γιατί;
Από τη σελίδα του Θεοδοσίου Πελεγρίνη
"Το ηθικό χρέος
Πριν από τον Καντ στόχος των εισηγητών των διαφόρων ηθικών θεωριών ήταν να μας υποδείξουν τι πρέπει να κάνομε, ώστε, κάνοντάς το, να μπορούμε να αξιολογηθούμε ως ηθικά ανεπίληπτοι. Έτσι, οι εισηγητές της θεωρίας του ενστίκτου της αυτοσυντήρησης λέγανε ότι, αν κάνει κανείς ό,τι ικανοποιεί το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, κάνει εκείνο που πρέπει να κάνει, οι εισηγητές του ωφελιμισμού υποστήριζαν ότι, αν με τις πράξεις μας συμβάλλομε στην κοινωνική ευτυχία, βρισκόμαστε στον σωστό δρόμο, οι πατέρες της εκκλησίας δίδασκαν ότι, για να μπορεί να θεωρηθεί ο άνθρωπος ότι κάνει το καλό, οφείλει να κάνει ό,τι είναι θέλημα Θεού, κ.λπ. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αίρεται η βασική προϋπόθεση για να μπορεί να αξιολογηθεί η ηθικά η συμπεριφορά του ανθρώπου, που είναι, βέβαια, η ελευθερία[23].
Η ελευθερία, κατά τον Καντ, ταυτίζεται προς την αυτονομία, η οποία αντιδιαστέλλεται προς την ετερονομία[24]. Ελεύθερος, δηλαδή, σύμφωνα με την έννοια της αυτονομίας, είμαι, όταν αποφασίζω μόνος μου τι πρέπει να κάνω και, στην συνέχεια, δεσμεύομαι να συμπεριφέρομαι σύμφωνα με ό,τι επέλεξα να κάνω. Αντίθετα, αν, όπως υπαγορεύει η έννοια της ετερονομίας, κάνω κάτι που δεν το αποφάσισα μόνος μου αλλά μου υποδείχθηκε ή μου συστήθηκε από κάποιαν άλλο, όσος σεβαστός κι αν είναι αυτός ο άλλος, δεν μπορώ να θεωρηθώ ελεύθερος. Όταν, λοιπόν, οι εισηγητές των ηθικών θεωριών πριν από τον Καντ μας λένε τι πρέπει να κάνομε κι εμείς ρυθμίζομε την συμπεριφορά μας σύμφωνα με ό,τι μας λένε να κάνομε, προφανώς δεν είμαστε ελεύθεροι, όπως απαιτείται να είμαστε, αν θέλομε να κριθούμε ηθικά για τις πράξεις μας.
Ο Καντ διέγνωσε ότι η «ρίζα του κακού» εν προκειμένω βρίσκεται στο ερώτημα που μας μαθαίνουν να θέτομε στον εαυτό μας, προκειμένου να κάνομε εκείνο που πρέπει να κάνομε. Τι πρέπει να κάνω; Αυτό είναι το ερώτημα που μας μαθαίνουν να θέτομε στον εαυτό μας. Κι έτσι, θέτοντας στον εαυτό μας το ερώτημα αυτό, βρίσκουν την ευκαιρία οι εισηγητές των διαφόρων θεωριών να μας υποδείξουν τι πρέπει να κάνομε αλλοτριώνοντάς μας, εν τω μεταξύ, από την ελευθερία να αποφασίζομε μόνοι μας για εκείνο που πρέπει να κάνομε.
Ο Καντ, λοιπόν, προκειμένου να διαφυλάξει το αγαθό της ελευθερίας, αντικατέστησε το ερώτημα «τι πρέπει να κάνω;», που αφήνει ανοικτή την πόρτα για να βγει έξω η ελευθερία και να την απολέσω, με το ερώτημα «πώς πρέπει να πράττω;». Μάλιστα ο Καντ, προκειμένου να αποκλείσει την παρέμβαση οποιουδήποτε άλλου καλοθελητή έξω από μας που θα επιχειρούσε να μας υποδείξει πώς πρέπει να πράττομε, θεωρεί ότι ο τρόπος που πρέπει να συμπεριφερόμεθα καθορίζεται αντικειμενικά, από την ίδια την φύση μας ως έλλογων πλασμάτων.
Ο καθένας μας, ορισμένως, μπορεί να σκεφτεί άπειρα πράγματα, μεταξύ των οποίων και τα πλέον εξωφρενικά –ότι μπορεί να υπάρξουν άνθρωποι με μια πιθαμή ύψος, ότι κάπου σε κάποια γωνιά της θάλασσας διαβιούν γοργόνες, ότι κάποτε τα λυθρίνια είναι δυνατόν να εξελιχθούν σε θηλαστικά, ότι μπορεί στο μέλλον ο ήλιος να ανατέλλει κάθε 30 ώρες, κ.λπ., κ.λπ. Ένα πράγμα μόνο δεν μπορεί να ανεχθεί ο νους μας: την αντίφαση. Είναι αδύνατον να υπάρξει ποτέ και πουθενά. ένα άσπρο τριαντάφυλλο που δεν είναι άσπρο ή ένα τρίγωνο που δεν έχει τρεις γωνίες, επειδή, προφανώς, πρόκειται για αντιφάσεις.
Επομένως, η συμπεριφορά μου πρέπει να είναι τέτοια που να μην είναι αντιφατική. Να μην λέω, ας πούμε, ότι πρέπει να τηρούμε τις υποσχέσεις μας κι εγώ, όταν, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, πρέπει να τηρήσω την υπόσχεσή μου, να σκεφτώ ότι δεν πρέπει να την τηρήσω. Με άλλα λόγια, θα πρέπει να είμαστε συνεπείς προς τις επιλογές μας.
Πέρα, όμως από την συμμόρφωσή μας προς την συνέπεια, υπάρχουν ορισμένοι άλλοι βασικοί άξονες τους οποίους ως έλλογα όντα οφείλομε να σεβόμαστε. Για παράδειγμα, είναι γεγονός ότι αν το ανθρώπινο γένος μπόρεσε ως τώρα να επιβιώσει, επειδή ζει στους κόλπους της κοινωνίας. Οι άνθρωποι δεν έχουν την ανθεκτικότητα που έχουν τα ζώα για να μπορέσουν να ζουν μόνος του ο καθένας στην φύση. Συνεπώς δεν είναι λογικό να επιλέγει κανείς αρχές που υπονομεύουν την κοινωνία και, κατ’ επέκταση, το μέλλον ολόκληρης της ανθρωπότητας. Δεν μπορεί, ας πούμε, να υποστηρίζει ότι πρέπει να λέμε ψέματα, γιατί τότε, αν όλοι οι άνθρωποι εξαπατούσαν ο ένας τον άλλο, η κοινωνία μας θα διαλυόταν και το ανθρώπινο γένος θα εξαφανιζόταν. Οφείλει, δηλαδή, κάθε φορά που πρόκειται να αποφασίσει κανείς τι πρέπει να κάνει, να θέτει στον εαυτό του το ερώτημα: τι θα γινόταν αν όλοι οι άνθρωποι έκανα το ίδιο πράγμα; Θα πρέπει, με άλλα λόγια, κάθε φορά που πάει να κάνει κάτι να σκέφτεται αν αυτό που θέλει να κάνει θα μπορούσε να είναι ένας καθολικός νόμος, μια αρχή που θα έπρεπε να την υιοθετήσει κάθε έλλογο ον.
Αναφορικά, λοιπόν, προς το ερώτημα πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς, ώστε οι πράξεις του να είναι ηθικά ανεπίληπτες, ο Καντ λέει ότι είναι ελεύθερος να επιλέξει να κάνει οτιδήποτε θέλει, αρκεί να είναι συνεπής προς ό,τι αποφασίζει να κάνει, και αυτό που θα επιλέξει να κάνει να μην στρέφεται κατά της ανθρωπότητας. Οφείλει κανείς, ας πούμε, να μεταχειρίζεται τον άλλο σαν σκοπό και πότε μόνο σαν μέσο, γιατί στην αντίθετη περίπτωση, αν, δηλαδή, μας προέτρεπε να μεταχειριζόμαστε τον άλλο μόνο σαν μέσο, πέρα από το γεγονός ότι ο ίδιος είναι αμφίβολο αν θα ήταν διατεθειμένος να είναι συνεπής προς την αρχή αυτή και να θέλει να τον χρησιμοποιούν αποκλειστικά σε κάθε περίπτωση σαν μέσο, μια τέτοια αρχή, όπου ό ένας θα μεταχειρίζεται τον άλλο μόνο σαν μέσο, θα υπονόμευε την κοινωνία και θα οδηγούσε στην εξαφάνιση του ανθρώπινου γένους. «Πράττε», λοιπόν, λέει ο Καντ «μόνο βάσει μιας τέτοιας αρχής που να μπορείς ταυτόχρονα να θέλεις η αρχή αυτή να γίνει ένας καθολικός νόμος», ένας κανόνας που να ισχύει για ολόκληρη την ανθρωπότητα.[25] Αυτή είναι η γνωστή κατηγορική προσταγή του Καντ, ο ηθικός νόμος[26], όπως αποκαλείται αλλιώς, που, μεταθέτοντας το κέντρο βάρους της ηθικής συμπεριφοράς από το τι πρέπει να κάνομε στο πώς πρέπει να πράττομε, καθιστά τον εαυτό μας απόλυτο ρυθμιστή της ηθικής μοίρας μας –να αποφασίζομε μόνοι μας ως μέλη μιας κοινότητας έλλογων όντων πώς πρέπει να συμπεριφερόμαστε, και να μην εξαρτώμεθα από το τι μας ορίζει κάποιος άλλος, ακόμη κι αν αυτός ο άλλος είναι ο ίδιος ο Θεός, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο Καντ ήταν εναντίον της θρησκείας. Κάθε άλλο, μάλιστα. Ο Καντ πίστευε στον Θεό και την αθανασία της ψυχής –μόνο που πίστευε με τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο που υποδείκνυαν οι διάφορες αποδείξεις που είχαν ως τότε διατυπωθεί σχετικώς."

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου